UA-50457385-1

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Τι γυρεύει η Αλεπού στο παζάρι?


 Βγήκε για ακόμα μια φορά η Αλεπού στην πόλη για να ξεχάσει θαρρείς την τρικυμία που μαίνεται στο κρανίο της, ξωπίσω της όπως πάντα η Αρκούδα να ακολουθεί. 

 Βηματάκια γοργά και μικρά, χάρη γεμάτα, ακολουθούμενα από βαριά, μεγάλα, αδέξια παραπατήματα. 

 Καστανά βλέμματα φλογερά κάθε τόσο στρέφονται προς τα πίσω "Μα πόσο αστείος!!!" μονολογεί. Ασθμαίνοντας το κτήνος με δυσκολία μόλις που προφταίνει την κόκκινη αστραπή, "Αρκετά, δίψασα, πάμε κάπου να πιούμε κάτι, κοράκισα, έρχομαι και από τα κρύα τα βουνά, και η τσιμεντένια κόλαση δεν είναι για μένα".

 Απότομη και γεμάτη θράσος η απάντηση της "Και που να πάμε σε αυτή την καταραμένη την πόλη? Δεν αξίζει τίποτα σε αυτή, τα πάντα βρομερά, οι πάντες βρομεροί! Χωριάτες και μόνο, χάθηκε το γένος το χρυσό αυτής της πόλης, πλέον όλα πνίγονται στην μετριότητα και στην μιζέρια. Ανύπαρκτοι άνθρωποι μέσα σε μια ανύπαρκτη πόλη, δεν τις αξίζουν αυτοί της Σαλονίκης. Όμορφη γυναίκα βιασμένη έχει καταντήσει πλέον. Τους μισώ όλους τους. Σας μισώ όλους σας!!!".  


 "Το μόνο που την νοιάζει είναι το εφήμερο και το επιφανειακό και μόνο, όσα αξίζουν για αυτή δεν αξίζουν τίποτε για εμένα! Θα ασχοληθεί αυτός ο συρφετός με τίποτα που να αξίζει θαρρείς? Ξέκωλα και Μαϊντανοί τα ινδάλματα της. Ποιος θα ρουφιανεύσει ποιόν το μόνο μέλημα της. Όπου και να κοιτάξω το βλέμμα μου το μολύνουν με την ασχήμια της ψυχής τους. Είναι τόπος αυτός για να ζω εγώ εδώ? Με περιορίζουν και υποβαθμίζουν οι υπάρξεις οι άφρονες, κολοβές σε ήθος, μισερές σε αρχές. Ματαιοδοξία πίσω από οθόνες, ματαιοδοξία και μόνο μπροστά από οθόνες" 


"Υπερβάλλεις μικρό μου" γρυλίζει το κτήνος από πίσω της βλαστημώντας την ώρα και την στιγμή που το νέο της το ξέσπασμα φούντωσε στην ψυχή της πάλι. "Δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα, μέρα με την μέρα βελτιώνονται μάλιστα" λέει χωρίς στην πραγματικότητα να το πιστεύει αυτό. Λόγια, λόγια, λόγια, που τις τα έχει ξαναπεί χωρίς αποτέλεσμα γιατί και αυτή δεν τα πιστεύει. 

"Είσαι βλάκας! Όσο βλάκες είναι και όλοι αυτοί γύρω μας. Δεν υπάρχει ελπίδα, είμαστε μέσα σε μια κόλαση! Και είσαι ένας βλάκας που δεν το έχεις καταλάβει ακόμα. Με όνειρα μουσεντένια και ελπίδες φρούδες μας ταΐζουν σαν τα γουρούνια στην κότσενα, και τα μυαλά μας τα βαραίνουν έτσι ώστε να γίνουν αργά, και να στομώσουν, για να μην μπορούμε να σκεφτούμε. Βλάκες που πιστεύουν ότι θα αλλάξει κάτι εδώ, υποσχέσεις για καλύτερη ζωή, μόλις όμως τελειώσει αυτή η ζωή! Τρένο έξω από ράγες το μέλλον μας. Σας λυπάμαι". Λογάκια σκληρά από χειλάκια αραβικά.  


 "Και να μην είχε λούσα πολλά και θαυμαστά αυτή η πόλη? Γεμάτη είναι, και όμως ποια η τύχη τους? Τα αφήνουν να ρημάζουν, να παρακμάζουν, έρμαια στην οποιοδήποτε τύχη τα προσμένει. Και κανείς τους δεν νοιάζεται, χωριάτες και ξένοι όλοι τους. Δεν τους αξίζει αυτή η πόλη. Μακάρι να καίει όλη της παρά να σαπίζει στα χέρια τους. Δεν τις αξίζουν της Σαλονίκης όλοι αυτοί. Η κατάρα της είναι όλο αυτό το σκυλολόι. Είναι για πύργους* και αρχοντικά όλοι αυτοί? Για σέλφί μόνο είναι, μια μόστρα και πόζα στα σκυλάδικα, και για φορτώματα από κλαρινογαμπρούς στα αμάξια του Μπαμπά".    


 Πλησιάζοντας την όλο και περισσότερο το κτήνος νιώθει την πυρά της ύπαρξης της να ακτινοβολεί την φλόγα που καταναλώνει την ψυχή της. Ορθώνεται τεράστιος από πίσω της, αλλά νιώθει τόσο ασήμαντος μπρος στην φλόγα της. "Με πνίγει αυτή η πόλη" την ακούει να λέει πιο ξεψυχισμένα, "Είναι ανθρωποβόρα, τρέφεται με τα παιδιά της, παράφρονας Κρόνος που μας ξεσκίζει όλους μας. Μια καταβόθρα, μια χοάνη, όπου κάθε ύπαρξη χάνεται μέσα της. Σκληρή και άπονη, απάνθρωπη σαν άνθρωπος. Νόημα της ύπαρξης της ο πόνος στις υπάρξεις μας. Άστεγοι** όλοι μας μέσα στα σπλάχνα της. Σκύλα και Χάρυβδις μαζί, και εμείς πλέουμε προς αυτή χωρίς τιμόνι στην ζωή μας. Με κούρασε αυτή η πόλη, αυτή η ζωή" μονολογεί όλο και πιο άφωνα στιγμή με την στιγμή. Και το κτήνος ξέρει ότι και αυτή η καταιγίδα έχει πλέον ξεθυμάνει, ώρα για να της χαρίσει ακόμα ένα μικρό χαμόγελο.

 "Ωραία ας μην πάμε να πιούμε, τι θα έλεγες για κανένα παγωτό? Πικραμύγδαλο?". Καστανά ματάκια γυρίζουν, γεμάτα φλόγες, και τον κοιτούν. "Είσαι βλάκας!" του λέει, "Σε αγαπώ" συμπληρώνει. 

 Βηματάκια γοργά και μικρά, χάρη γεμάτα, ακολουθούμενα από βαριά, μεγάλα, αδέξια παραπατήματα. 

 Χιλιάδες βήματα το ένα μπροστά από το άλλο. Ατελείωτη και αυτή η πόλη.  


  


** Βλέπετε προηγούμενη ανάρτηση του blog Ξεφτίλα μοναξιά απελπισία





Adios Amigos Locos



Μότσανος Λάζαρος

Θεσσαλονίκη 11/06/2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου